Μερικές φορές, όταν με πιάνει ο πόνος
θέλω να γίνω η καλύτερη, η καλύτερη απ' όλους, σε όλα.
Αν δεν μου το θυμίσει το σώμα μου
χάσκω αμέριμνη περιμένοντας την αιωνιότητα.
Η αθανασία είναι σαν το κοκοράκι γλειφιτζούρι
που μας περίμενε σε κάθε πανηγύρι.
Παλιά, ακίνητη και αναλλοίωτη.
Αχρείαστη, μα πάντα παρούσα.
Ο θάνατος μας κρατάει ζωντανούς και αχαρακτήριστους.
Ο νεκρός δεν δεδικέωται.
Απλά παύει να είναι άνθρωπος,
Παύει να έχει τα πάθη που τον κάνουν να ξεχωρίζει από το αιώνιο και το θείο.
Το mea culpa μνέσκει με τις δαγκάνες ανοιχτές
μόνο για τους ζωντανούς.
Οι νεκροί έχουν το αλάθητο, όπως ο Πάπας.
Σάμπως ο Πάπας περνιέται για ζωντανός;
Αν είμαστε πολύ πολύ τυχεροί, το καλοκαίρι θα πάμε στην εξοχή.
Θα ανοίξουμε τα παρασόλια μας κάτω από τον καυτό ήλιο
να του κρύψουμε τα όσα νομίζουμε πως θέλει να δει.
Εκεί θα περάσουν όλα·
οι στομωμένες αρθρώσεις
οι ιδεοληψίες
η καταστροφή του περιβάλλοντος
τα άκοπα βιβλιάρια ασφαλίσεως
τα άσκοπα email σε άγνωστες διευθύνσεις
οι περασμένες αγάπες
οι ερχόμενες λύπες
οι κουρασμένες στιγμές
οι κακές κρέμες χεριών.
Όλα θα χαθούν
σαν την οφθαλμαπάτη του νερού
στην καυτή άσφαλτο.
Μακάριος είναι αυτός που περιμένει την αλλαγή.
όποιος πιστεύει πως ο ήλιος είναι μπροστά.
Έτσι κι αλλιώς, οι εποχές και οι αλλαγές
είναι ημερολογιακές βόμβες.
Σκάνε μόνος όταν σημάνει ο χρόνος.
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016
Παρασκευή και 2
Εγώ ήθελα όλη η ζωή μου να είναι ένα μπλαβί, κρύο σούρουπο
με ζεστά φωτάκια στη θέση των ματιών,
προβολάκια ομίχλης με θάμπος θολό,
πυρετός καλοσύνης και ομορφιάς,
αμάξια γεμάτα με καπνούς και ακουμπισμένους ώμους,
διαδρομές που έγιναν όταν έπρεπε να γίνουν,
ξαφνικές στάσεις σαν αναμενόμενη έκπληξη,
μα δεν το λέω καλά,
η έκπληξη να υπάρχει απλά πάντα να την αναμένεις,
κρύο εν κινήσει τελοσπάντων,
να μη στέκεται το αίμα στα ισχνά τριχοειδή,
γιατί άμα είσαι ζεστός τον χειμώνα
τί τη θες μια θέση στον ήλιο;
Μέχρι μια εποχή προπορευόμουν.
Μέχρι μια εποχή προπορευόμουν.
Έτσι δεν την πάτησε μήπως και ο λαγός;
Μετά αγκομαχητό
και παρακάλια
και εκπτώσεις
και συμβιβασμοί
και ότι υπάρχει σε προσφορά
και δόξα τω θεώ.
Στυγνά ρούχα απλωμένα στις θυελλώδεις καβάτζες
και στο όνειρο να σε κυνηγάει πάντα ανεμοστρόβιλος.
Στον ξύπνιο ένα έλος ακριβώς έξω από την πόρτα,
δεν το βλέπει η καθαρίστρια όταν σηκώνει το πατάκι;;;
Εγώ κάθε που κάνω να το αποφύγω απλώνεται και με προλαβαίνει.
Παράπονο δεν έχω όμως
και το χαμόγελο χαμόγελο
ανάρια αξιοπρέπεια,
κληρονομιά από τις εποχές που δεν με μάθαιναν τι πάει να πει ζωή
και τι πρέπει να κάνεις για να ζήσεις.
Απ έξω είναι παρκαρισμένο ένα Τίποτα.
Από αυτά τα καλογυαλισμένα με τα μεγάλα φανάρια,
σαν κι αυτό του Διογένη,
για να διακρίνω τον Απάνθρωπο τον βίο που διάγουμε
και σχεδόν τίποτα πια δεν παράγουμε.
Ζω κάτω από τις δυνάμεις μου,
κάθομαι κάτω από τη μπάρα
και σπάω τα γόνατα προσπαθώντας να σηκωθώ και να χορέψω
σαν την αρκούδα με το χαλκά στη μύτη.
Και στα πανηγύρια φέτος λίγος ο κόσμος, περιμένουν τον 13ο μισθό,
εγώ ποτέ δεν τα έμαθα αυτά, μόνο το '' 13 όροφοι πάνω απ' τη γη'',
ωραία τα έλεγαν στα 90's ,
πού να ξέραν πώς είναι στ' αλήθεια να ζεις μια ζωή
που στα βιβλία δεν υπάρχει πουθενά.
Να μη γινόμαστε όμως λαϊκιστές, μελοδραματικοί, γραφικοί,
το λέει και η διανόηση.
Το ζήτημα είναι πως μια ζωή έτσι ήταν,
οι ζωές ήταν για να γλιστράνε από τα χέρια,
αλλά όταν τα όνειρά είναι μικρά σου κοστίζει πιο πολύ
ρε πούστηδες, τίποτα δε ζητάω και πάλι όχι;
Σε πιάνει ένα παράπονο.
Από κει και πέρα καις νοσταλγία.
Όσο μεγαλύτερο απόθεμα έχεις, τόσο λιγότερο θα σε κρατήσει,
αντιστρόφως ανάλογο πλάσμα.
Βγες τώρα να πεις τα κάλαντα να μπορέσεις να ζήσεις
και να χαίρεσαι που δεν είσαι το Κοριτσάκι με τα σπίρτα,
να σαι ευγνώμων.
Κι όποτε σε πιάνει εκείνο το γαργαλητό στο μέρος της ουράς, ξέχνα το.
Δεν έχεις για να την κουνήσεις.
Ούτε ουρά, ούτε χαρά.
Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016
Διαδοχή
Η ώρα του επόμενου
του ακολούθου,του πιστού
του σαλτιμπάγκου,του τρελού
του τέλειου εαυτού σου
του πιο μεγάλου ατού σου
του άλλου σου μισού.
Η μέρα του απέναντι,
του αλλουνού,του αντίκρυ
του ψεύτη,του αλήτη
του άψογου εχθρού σου
του απόκληρου παιδιού σου
του κάπηλου αγύρτη.
Ο μήνας του Υμεναίου
του ημίγυμνου ανδρόγνου
του όμορφου,του ρόδινου
του έρωτος του δυνατού
του ομόζυγου καρπού
του τοκετού του επώδυνου.
Τα χρόνια τα πρωθύστερα
της τρέλας,της μανίας
της εύσπλαχνης ανίας
των τσακωμών και των παθών
των σφριγηλών,ζεστών μυρών
της έγχρωμης ταινίας.
Οι αιώνες οι μετέπειτα
του σεβασμού,του κορεσμού
του εύκολου συμβιβασμού
της γνώσεως,της πείρας
της μη αλκοολούχου μπύρας
και των μηδέν βαθμών βρασμού.
του άλλου σου μισού.
Η μέρα του απέναντι,
του αλλουνού,του αντίκρυ
του ψεύτη,του αλήτη
του άψογου εχθρού σου
του απόκληρου παιδιού σου
του κάπηλου αγύρτη.
Ο μήνας του Υμεναίου
του ημίγυμνου ανδρόγνου
του όμορφου,του ρόδινου
του έρωτος του δυνατού
του ομόζυγου καρπού
του τοκετού του επώδυνου.
Τα χρόνια τα πρωθύστερα
της τρέλας,της μανίας
της εύσπλαχνης ανίας
των τσακωμών και των παθών
των σφριγηλών,ζεστών μυρών
της έγχρωμης ταινίας.
Οι αιώνες οι μετέπειτα
του σεβασμού,του κορεσμού
του εύκολου συμβιβασμού
της γνώσεως,της πείρας
της μη αλκοολούχου μπύρας
και των μηδέν βαθμών βρασμού.
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016
Ίδιος, σαν κανέναν άλλον
Κυκλοφορεί ο ίδιος άντρας με πέντε διαφορετικές μορφές.
Στη μία έχει μάτια λοξά και ψάχνει παντού για λάθη.
Στην άλλη έχει δυο ζυγωματικά που ποτέ δεν κάνουν το χατήρι.
Στην τρίτη περπατάει σκεφτικός και πότε πότε σφυρίζει.
Οι δύο τελευταίες είναι όσες έχει δει η μάνα του·
η μία την ώρα που τον γέννησε και η δεύτερη την ώρα που τον αποχαιρέτισε για πάντα.
Όταν κάνει παιδιά, δεν θα έχει πια καμία όψη μπροστά στα μάτια μας.
Θα τις βλέπουμε μόνο εξ αντανακλάσεως,
σαν μια υγρή λωρίδα οφθαλμαπάτης,
τις μέρες με την πολλή ζέστη.
Στη μία έχει μάτια λοξά και ψάχνει παντού για λάθη.
Στην άλλη έχει δυο ζυγωματικά που ποτέ δεν κάνουν το χατήρι.
Στην τρίτη περπατάει σκεφτικός και πότε πότε σφυρίζει.
Οι δύο τελευταίες είναι όσες έχει δει η μάνα του·
η μία την ώρα που τον γέννησε και η δεύτερη την ώρα που τον αποχαιρέτισε για πάντα.
Όταν κάνει παιδιά, δεν θα έχει πια καμία όψη μπροστά στα μάτια μας.
Θα τις βλέπουμε μόνο εξ αντανακλάσεως,
σαν μια υγρή λωρίδα οφθαλμαπάτης,
τις μέρες με την πολλή ζέστη.
Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016
Σαλαμίνα, όπως καμία άλλη
Η Σαλαμίνα είναι ένα τεράστιο άλλοθι και μια ατελείωτη αιτιολογία. Το άλλοθι μιας πόλης που άλλαξε τη γαλάζια λαδομπογιά σε καμβά με μια μεγάλη μουτζούρα σε παιδικό μπλοκ ιχνηλασίας.
Η αιτιολογία προκύπτει κάθε φορά, για κάθε επισκέπτη που θέλει να την έχει στο μυαλό του σαν παινεμένη αρχόντισσα, μέσα από μια σειρά ρητορικές ερωτήσεις. Έχει θάλασσα; Μπαίνεις σε καράβι; Σου φέρνει αναγούλα η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου λαδιού στα δημόσια τηγάνια; Είναι νησί.
Ό,τι κι αν είναι βέβαια, όπως κι αν θες να την βλέπεις, η Σαλαμίνα δεν ανήκει σε όλους. Είναι κορίτσι του Πειραιά. Κορίτσι, με μια συμπονετικά καταχρηστική έννοια. Είναι η μόνιμη σπιτωμένη, που ποτέ δεν πρόκειται να γίνει κυρία με δόξα και τιμή, μια αγαπημένη ντεπόζιτο για τις συναισθηματικές ανομβρίες, μια γκόμενα καβάτζα που πρέπει πάντα να δίνει, χωρίς ποτέ να ζητάει τίποτε.
Τι θα γινόταν, άραγε, έτσι και έκανε πως την διεκδικούσε καμιά Αθήνα, στο σοβαρό και στο επίσημο, με ένα ματσάκι λουλούδια στο χέρι και έναν τίμιο λόγο για τον κηδεμόνα; Λαμπόγυαλο θα τα ΄κανε ο Πειραιάς, Μαχαίρι θα 'βγαζε σε όποιον τολμούσε να σηκώσει τα μάτια πάνω στην αιώνια σκλάβα του. Κι ας μην έχει σκοπό να την αποκαταστήσει. Κι ας την έχει μια ζωή πεταμένη στην άκρη της δεύτερης περιφέρειάς του, δεύτερη των δεύτερων, τόπος εξορίας άσημων βουλευτών και ξεχασμένων δασκάλων.
Στο τέλος τέλος, η Σαλαμίνα ίσως να είναι κάτι σαν την χαμένη Ατλαντίδα. Μια Χαμένη Αιαντίδα. Όπως η Ατλαντίδα χάθηκε στα βάθη του ωκεανού, ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να κατακτήσει την Αθήνα, έτσι και η Αιαντίδα χάθηκε μετά από μια προσπάθεια να καταπιεί τον Πειραιά. Μόνο που αυτή τα κατάφερε, και αφού τον κατάπιε, αντί να καταβυθιστεί, από νησί μετατράπηκε σε μια πλέουσα στεριά. Μια στεριά που από τότε κολυμπάει πέρα δώθε, με σκοπό να συναντήσει η ίδια τα πολύβουα ποστάλια που περιμένουν ακίνητα, να ξεφορτώσουν τα έμψυχα απόνερα του επίνειου - βαριές ψυχές, πρησμένα πόδια, άκαμπτα χέρια- στην ψευδαίσθηση ενός επίγειου. Παράδεισου. Που από τότε πλέει ακούραστα, πέρα δώθε.
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016
Η γκρι φωτιά
Η φωτιά είναι πάντα κάτι νέο, ζωντανό, σύγχρονο, από τον καιρό του Προμηθέα έως ότου άνθρωποι και άστρα γίνουν ένα. Η φωτιά είναι αιώνια και άφοβη. Έχει διάρκεια και παλμό. Είναι το σώμα του νεαρού κοριτσιού, που διψάει για χυμούς σωμάτων, για κραυγές και βόλτες πάνω κάτω, σε όλη την παραλία, ξυπόλυτη, μέχρι το πρωί.
Το γκρι είναι γέρικο, παλιό και αραχνιασμένο σαν τις εικόνες των μνημάτων. Το γκρι είναι πεθαμένο, στιγμιαίο και παγωμένο. Είναι το παλιό, σαν το μισογκρεμισμένο σπίτι της γιαγιάς, την χορταριασμένη μηχανή του χρόνου που φοβάσαι να βάλεις μπρος, γιατί πάντα θα πηγαίνει πίσω.
Το γκρι δεν σ' αφήνει να δεις τη φωτιά. Δεν σ' αφήνει να την καταλάβεις, να την αφουγκραστείς, να ακούσεις τα σώματα να τσιτσιρίζονται μέσα στην κόλασή της, τις κραυγές και τα ουρλιαχτά που σπεύδουν ασυγκράτητα μέσα από τα μισοπαραλυμένα σαγόνια. Την οχλοβοή από τα πόδια που δε βρίσκουν μέρος να τρέξουν, τα παρακάλια που δε βρίσκουν απόκριση, τις ψαλμωδίες στο όνομα του Κυρίου που δεν είναι παρών. Τα μουγκρητά των αλαφιασμένων ζώων που τρέμουν εξίσου και το πυρ και το ύδωρ, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα θα λέγαμε απλά. Κι αυτό που σίγουρα δε μπορείς να ακούσεις είναι οι μισοαναμμένες μηχανές των πλοίων και οι μουσικές από τα καταστρώματα και οι χαρές και τα γέλια και ο ήχος της έξαψης από το συναρπαστικό θέαμα, κάτι επιτέλους να σπάσει η πλήξη της κοσμοπολίτικης ζωής.
Όλα γκρίζα, όλα φαινομενικά παλιά, όλα ασύμβατα μεταξύ τους.
Γκρι, στην κουίντα της Ιστορίας, τραβηγμένη μέχρι πέρα, καλά καλά, μπροστά από το κόκκινο της ζωής.
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016
Τυφλό σύστημα
Καθένας μας ξέρει να αγαπάει με τον τρόπο του.
Άλλος αφιερώνοντας τραγούδια κι άλλος την ζωή του·
άλλος γράφοντας ποιήματα κι άλλος το όνομά του σε μια επιτύμβια στήλη·
άλλος ετοιμάζοντας ένα καλό πρωινό κι άλλος τις βαλίτσες για τόπο μακρινό και άγνωστο.
Οι πιο πολλοί δίνουμε ό,τι ζητάμε. Γεμίζουμε τα ποτήρια με το ποτό που μας μεθάει.
Κάποιοι, βέβαια, πιο πάνω ή πιο έξω από τον κόσμο τούτο, περιφέρονται με ένα μπουκάλι βάλσαμο στο χέρι, αναζητώντας τις πληγές τους στα κορμιά των άλλων.
Δεν έχει σημασία.
Η αγάπη, όπως και ο θεός, έχουν το δικό μας πρόσωπο.
Είναι η σύγχυση του κόσμου και η διπλή έλικα - Λουκάς και Ματθαίος οι Watson και Crick, Ιωάννης ο Sigmund - που ανακατεύουν τα πρόσωπα και κάνουν το δικό σου, δικό μου και το άσπρο, μαύρο και το μαύρο, κίτρινο και τη γυναίκα, άντρα και τον άντρα, παιδί και το παιδί, μάνα.
Ακόμα κι έτσι, ακόμα και μέσα από την ψευδαίσθηση, το καλό νικάει το κακό και η αγάπη το μίσος.
Το γλοιώδες ζωύφιο από το βασίλειο των εντόμων, που μετά την αποπνικτική αποτυχία να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα, καταστρέφει οτιδήποτε όμορφο για να μη νιώθει μόνο.
Τον εκπεσόντα άγγελο από το βασίλειο της συμπόνοιας, που μετά της οικτρή ήττα του να μετουσιωθεί σε αγάπη, τυφλώνει με το φως που κουβαλά και τα μάτια και τις ψυχές , δίνοντάς τους την ψευδαίσθηση ότι βλέπουν κάτι άλλο πέρα από το απόλυτο κόκκινο, το απόλυτο αίμα.
Άλλος αφιερώνοντας τραγούδια κι άλλος την ζωή του·
άλλος γράφοντας ποιήματα κι άλλος το όνομά του σε μια επιτύμβια στήλη·
άλλος ετοιμάζοντας ένα καλό πρωινό κι άλλος τις βαλίτσες για τόπο μακρινό και άγνωστο.
Οι πιο πολλοί δίνουμε ό,τι ζητάμε. Γεμίζουμε τα ποτήρια με το ποτό που μας μεθάει.
Κάποιοι, βέβαια, πιο πάνω ή πιο έξω από τον κόσμο τούτο, περιφέρονται με ένα μπουκάλι βάλσαμο στο χέρι, αναζητώντας τις πληγές τους στα κορμιά των άλλων.
Δεν έχει σημασία.
Η αγάπη, όπως και ο θεός, έχουν το δικό μας πρόσωπο.
Είναι η σύγχυση του κόσμου και η διπλή έλικα - Λουκάς και Ματθαίος οι Watson και Crick, Ιωάννης ο Sigmund - που ανακατεύουν τα πρόσωπα και κάνουν το δικό σου, δικό μου και το άσπρο, μαύρο και το μαύρο, κίτρινο και τη γυναίκα, άντρα και τον άντρα, παιδί και το παιδί, μάνα.
Ακόμα κι έτσι, ακόμα και μέσα από την ψευδαίσθηση, το καλό νικάει το κακό και η αγάπη το μίσος.
Το γλοιώδες ζωύφιο από το βασίλειο των εντόμων, που μετά την αποπνικτική αποτυχία να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα, καταστρέφει οτιδήποτε όμορφο για να μη νιώθει μόνο.
Τον εκπεσόντα άγγελο από το βασίλειο της συμπόνοιας, που μετά της οικτρή ήττα του να μετουσιωθεί σε αγάπη, τυφλώνει με το φως που κουβαλά και τα μάτια και τις ψυχές , δίνοντάς τους την ψευδαίσθηση ότι βλέπουν κάτι άλλο πέρα από το απόλυτο κόκκινο, το απόλυτο αίμα.
Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016
Ξέπλυμα μαύρου κρίματος
Απ' όλες τις μέρες με βροχή, καλύτερη είναι αυτή που βρίσκει τα φύλλα της ντάλιας μες στη σκόνη, στου θέρους την αγχόνη ο δήμιος τα λυτρώνει και τα φυλάει απ΄τη ντροπή.
Απ' όλα τα φύλλα στη ντάλια, βρήκα σωστό να ασχοληθώ με αυτό που κάνει πιρουέτα στον βλαστό, αυτό που αν ήτανε μωρό θα ρούφαγε απ'τον μαστό μου με μανία, θρεμμένο στην πενία, γεμίζοντάς με σάλια.
Απ' όλες μου τις μουσικές, αυτές που ακούς θέλεις δε θες, αυτή που δεν κοπάζει, εκείνη που μας μοιάζει,έχει τα χνώτα της ζεστά και τα ματόκλαδα σφιχτά και ξέρει να φιλάει και τα πλευρά ασθμαίνοντας ν' ανεβοκατεβάζει, μέσ' σε πόλεμου ιαχές.
Απ' όλους μου τους φόβους, ο πιο μεγάλος είναι αυτός που ανθίζει τις ώρες της χαράς, όταν πολύ με αγαπάς και στο αφτί μου ψιθυρίζει μυστικά, σβήνοντας της ηδονής τα ουρλιαχτά που βγάζουν στείρους φθόγγους.
Απ' όλη μας της ηδονή, αυτή που εμφιλοχωρεί στης νύχτας το σεντόνι, αυτή που δεν τελειώνει και ριζικά στεριώνει, είναι αυτή που ξεκινά απ' της καρδιάς τα μέρη κι όλο μας βάζει χέρι και στην πηγή και στην πληγή.
Κι ό,τι σε καταστρατηγεί κι ό,τι καλά σε κάνει απ' όλη σου την πλάνη και απ' όλη την βοή,
Απ' όλα τα φύλλα στη ντάλια, βρήκα σωστό να ασχοληθώ με αυτό που κάνει πιρουέτα στον βλαστό, αυτό που αν ήτανε μωρό θα ρούφαγε απ'τον μαστό μου με μανία, θρεμμένο στην πενία, γεμίζοντάς με σάλια.
Απ' όλες μου τις μουσικές, αυτές που ακούς θέλεις δε θες, αυτή που δεν κοπάζει, εκείνη που μας μοιάζει,έχει τα χνώτα της ζεστά και τα ματόκλαδα σφιχτά και ξέρει να φιλάει και τα πλευρά ασθμαίνοντας ν' ανεβοκατεβάζει, μέσ' σε πόλεμου ιαχές.
Απ' όλους μου τους φόβους, ο πιο μεγάλος είναι αυτός που ανθίζει τις ώρες της χαράς, όταν πολύ με αγαπάς και στο αφτί μου ψιθυρίζει μυστικά, σβήνοντας της ηδονής τα ουρλιαχτά που βγάζουν στείρους φθόγγους.
Απ' όλη μας της ηδονή, αυτή που εμφιλοχωρεί στης νύχτας το σεντόνι, αυτή που δεν τελειώνει και ριζικά στεριώνει, είναι αυτή που ξεκινά απ' της καρδιάς τα μέρη κι όλο μας βάζει χέρι και στην πηγή και στην πληγή.
Κι ό,τι σε καταστρατηγεί κι ό,τι καλά σε κάνει απ' όλη σου την πλάνη και απ' όλη την βοή,
Τρίτη 31 Μαΐου 2016
Αμαντέους
Τι δε θα 'δινα να είχα μια τόση δα φωτογραφιούλα του Μότσαρτ, να μην αναγκάζεται να με κοιτάει παραπονεμένος με μάτια γεμάτα κλέος, καθώς παίζει το πιάνο του. Το ξέρω, θέλει να φύγει από τη μελέτη του, ψάχνει λόγο κι αφορμή να διώξει το ''θαύμα'' μετά το ''παιδί'', παιδί- θαύμα, παιδί- θύμα, ποια η διαφορά;
Πόθος η σκανταλιά και η ανεμελιά και η αγκαλιά και όχι ο κόπος και το ξόδεμα του πεπερασμένου.
Πόθος και η ατέλεια, πώς να αντέξει κανείς τόση τελειότητα; Κι ένα τόσο δα σημάδι στο αλαβάστρινο προσωπάκι σου, ένα σημάδι της εφηβείας που δικαιούσαι, της κακοπέρασης των παιδιών του αιώνα σου, της λερότητας, των επιδημιών και της άρνησης του καθαρού νερού και του φρέσκου αέρα.
Τι είναι μια τόση δα μικρή φωτογραφία της στιγμής, των αυτόματων φωτογράφων; Δυο λεπτά σε ένα κουβούκλιο, ένας αιώνας σε ένα άλμα . Σάρκα αντί για alma, φως αντί για χρώμα, αλήθεια αντί για μεγαλοπρέπεια.
Μα εσύ εκεί, με δάχτυλα πλήκτρα και πληγές, αδάμαστος και άφθαρτος
Με βιρτουοζιτέ, παίζε μικρέ Αυστριακέ.
.
Πόθος η σκανταλιά και η ανεμελιά και η αγκαλιά και όχι ο κόπος και το ξόδεμα του πεπερασμένου.
Πόθος και η ατέλεια, πώς να αντέξει κανείς τόση τελειότητα; Κι ένα τόσο δα σημάδι στο αλαβάστρινο προσωπάκι σου, ένα σημάδι της εφηβείας που δικαιούσαι, της κακοπέρασης των παιδιών του αιώνα σου, της λερότητας, των επιδημιών και της άρνησης του καθαρού νερού και του φρέσκου αέρα.
Τι είναι μια τόση δα μικρή φωτογραφία της στιγμής, των αυτόματων φωτογράφων; Δυο λεπτά σε ένα κουβούκλιο, ένας αιώνας σε ένα άλμα . Σάρκα αντί για alma, φως αντί για χρώμα, αλήθεια αντί για μεγαλοπρέπεια.
Μα εσύ εκεί, με δάχτυλα πλήκτρα και πληγές, αδάμαστος και άφθαρτος
Με βιρτουοζιτέ, παίζε μικρέ Αυστριακέ.
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









