Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Ο σεβασμός που δε χρωστάμε


   Δε φιλοδοξώ αίφνης να γίνω κριτικός τηλεοπτικών προγραμμάτων ούτε επιθυμώ να τα προάγω σε ζητήματα εθνικής ασφαλείας. Ωστόσο,  όπως κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, τα τηλεοπτικά προϊόντα, και ιδιαίτερα όσα κινούνται σε ρυθμούς ριάλιτυ, μας δίνουν τη δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή με μια γκάμα ανθρωπίνων συμπεριφορών αντίστοιχη με αυτή του ‘’πραγματικού’’ κόσμου, σε ένα κοινωνικό εύρος που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του στενόχωρου προσωπικού μας μικρόκοσμου.

   Η παραγωγή του φετινού ριάλιτυ μαγειρικών ικανοτήτων αποδεικνύει από την αρχή ότι έχει σκοπό να γαρνίρει το τηλεοπτικό της  πιάτο  με μια σειρά συνοδευτικών που ανήκουν στην σφαίρα των politics, και ιδιαίτερα του κομματιού που αφορά την διαφορετικότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η δυσβάσταχτη ιστορία ενός πρόσφυγα, μεταναστόπουλα δεύτερης γενιάς, άνθρωποι από διαφορετικούς κόσμους, κοινωνικά στρώματα και ξεχωριστές προτιμήσεις συναποτελούν ένα πολύχρωμο και, πολλές φορές, εκρηκτικό μείγμα. Στιγμές χαράς, ανθρωπιάς, συγκίνησης, θυμού φέρνουν τον τηλεθεατή πιο κοντά σε κάποια πρόσωπα ή απέναντι σε κάποια άλλα, με έναν τρόπο που μπορεί συχνά να γίνεται μελό ή διδακτικός, αλλά η προσωπική μου άποψη είναι ότι σε μια κοινωνία με κανιβαλιστικές και χαοτικές διαθέσεις, είναι χρήσιμο να ‘’ταΐζεις’’ τον κόσμο με λίγη ανθρωπιά, ειδικά αν δύσκολα την προσλαμβάνει από αλλού. Το καλό ποτέ δεν είναι περιττό.

   Όπως και να έχει, μέσα σε αυτά τα στούντιο έχει φτιαχτεί μια μικρή οικογένεια (με όλα τα καλά και τα άσχημα χαρακτηριστικά της), μέρος της οποίας γίνονται και οι θεατές. Προσωπικά, ίσως και λόγω ιδιοσυγκρασίας, νιώθω πάντα μια μικρή αμηχανία, μια μικρή δυσκολία να δεχτώ την παρουσία των γκεστ και αισθάνομαι πάντα μιαν ανακούφιση κατά της αποχώρηση των ‘’εισβολέων’’. Συνήθως όμως οι εισβολές είναι επαγγελματίες νέας γενιάς, κάποιοι λίγο τηλεοπτικοί, κάποιο πιο έμπειροι, οι πιο πολλοί με αρκετό δρόμο πίσω τους και αρκετό ακόμα μπροστά τους, αλλά όλοι με την απαραίτητη προσοχή, την καλή διάθεση και των πρέποντα σεβασμό  απέναντι στους διαγωνιζομένους. Η χτεσινή παρουσία όμως αποδείχτηκε πολύ βαριά τόσο για τα στομάχια των παιδιών που συμμετέχουν, όσο και για τον ίδιο τον τηλεθεατή (κρίνοντας πάντα από την αφεντιά μου).

   Ο κος Τραστέλης είναι ίσως ο κορυφαίος restaurateur στην Ελλάδα. Ίσως να είναι και ο μοναδικός, αν κατανοήσουμε πλήρως τι σημαίνει να δημιουργείς μια ολόκληρη τάση στον χώρο των εστιατορίων και να την βοηθάς να εξαπλωθεί. Είναι ιδιοκτήτης κάποιων από τα γνωστότερα μαγαζιά της Αθήνας, όπως η περίφημη πλέον Σπονδή και η  Hytra και διευθύνει μια εταιρεία που ‘’στήνει’’ εστιατόρια υψηλών προδιαγραφών σε ολόκληρη της Ελλάδα. Για να φτάσει κάποιος σε ένα τέτοιο επίπεδο σίγουρα έχει δουλέψει πολύ, έχει θυσιάσει πολλά, αδιαμφησβήτητα  έχει ταλέντο και μια qualité, μια μαγιά επιτυχίας. Από την άλλη χρειάζεται και αρκετή τύχη. Ίσως σε μερικές περιπτώσεις η τύχη να παίζει και κομβικό ρόλο, όπως εν προκειμένω, μιας και ο κος Τραστέλης ανήκει στην κατηγορία εκείνη των επαγγελματιών που ξεκινούν από έναν διαφορετικό κλάδο (εν προκειμένω την φαρμακευτική) και, ή κάνουν στροφή 180 μοιρών ή καταφέρνουν να παντρέψουν διαφορετικές δραστηριότητες (όπως πολύ εύστοχα τα κατάφερε και ο ίδιος , που παράλληλα με τους χώρους εστίασης, είναι ιδιοκτήτης δύο φαρμακείων).

   Προφανώς όλα αυτά τα επιτεύγματα δημιουργούν έναν ειδήμονα, τουλάχιστον στον επιχειρηματικό κόσμο και, ως ένα σημείο, και στον γαστρονομικό. Και όπως κάθε ειδήμονας, είναι άξιος σεβασμού. Πόση ανάγκη έχει όμως στ’ αλήθεια τον σεβασμό ένας επιτυχημένος επαγγελματίας; Σίγουρα τον αξίζει, σίγουρα πρέπει να τον δέχεται, αλλά ουσιαστικά δεν τον έχει καθόλου ανάγκη. Είναι αναγνωρίσιμός και αναγνωρισμένος, καταξιωμένος, οικονομικά εύρωστος, με την απαραίτητη αυτοπεποίθηση και με τον αέρα που δίνει η κορυφή. Ο σεβασμός είναι σύμφυτος με το πρόσωπό του.

   Από την άλλη, για έναν άνθρωπο που μόλις ξεκινάει, σε οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο, ο σεβασμός είναι παραπάνω από απαραίτητος. Η έλλειψη εμπειρίας, γνωριμιών και δημοσίων σχέσεων, οικονομικών πόρων, το νεαρό της ηλικίας δημιουργούν σίγουρα μιας έλλειψη σιγουριάς και μια αγωνία που όλοι έχουμε βιώσει στα πρώτα μας βήματα σε οποιαδήποτε δουλειά. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για εργαζόμενους σε ένα πολύ δύσκολο κλάδο, με εξαιρετικά μεγάλο ανταγωνισμό, σε μια εργασία κουραστική και βρώμικη και ακόμα χειρότερα, εν προκειμένω, για ανθρώπους που λειτουργούν κάτω από πολύ πιεστικές συνθήκες.

   Για να τελειώνω με όλη αυτή τη φιλολογία, για εμένα η παρουσία και η στάση του χτεσινού καλεσμένου στο παιχνίδι ήταν ένα μεγάλο φάουλ, ένα ξένο σώμα. Η στάση του κορμιού  του με το πόδι του συνεχώς φευγάτο στο πλάι, το ύφος του, η βαριεστημένη ενασχόλησή του με το στυλό του την ώρα που του απευθύνονταν κριτές και παίκτες, η διαρκής  απαξίωση, η έλλειψη ενός χαμόγελου συμπάθειας ή μερικών λόγων ενθάρρυνσης,  η αμηχανία στην οποία προσπαθούσε να φέρει ανθρώπους σαφώς πιο αδύναμους -μαζί με τους κριτές που τον αντιμετώπιζαν σαν τρομαγμένες αρσακειάδες, οι ερωτήσεις-παγίδες που δεν είχαν κανένα διδακτικό, έστω, νόημα και το μποξ κριτικής, με τη συμβολή των κριτών, που μόνο σε δηλώσεις μετανοίας δεν οδήγησε, έκαναν το κλίμα ανυπόφορο, κουραστικό και εξοργιστικό. Κι ενώ η ουσία των παρατηρήσεων  ήταν σωστή,  ο στόχος δεν ήταν η ενθάρρυνση, όπως θα έπρεπε, αλλά η απογοήτευση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το χτεσινό επεισόδιο ήταν μια παραφωνία σε σχέση με τους ηθικούς στόχους και το ύφος της εκπομπής.

   Πολλοί λένε πως κανένας δεν οφείλει σε κανέναν τίποτα. Όλα πρέπει να παλέψεις για να τα κερδίσεις. Έναν καλό λόγο, την στήριξη, τη βοήθεια, την αγάπη,  τον σεβασμό. Όλα είναι μετρήσιμα και δαπανηρά. Φτάνει πια με αυτή την νεοφιλελεύθερη λογική. Στο κάτω κάτω της γραφής, ισχυρός δεν είναι αυτός που επιβεβαιώνει την δύναμή του απαιτώντας σεβασμό, αλλά προσφέροντάς τον σε όσους δεν στέκονται ισοδύναμα δίπλα του. Η ανθρωπιά αυξάνεται όσο την μοιραζόμαστε, δεν στερεύει. Η ευγένεια και η καλοσύνη αξίζουν παραπάνω από το ταλέντο. Κανένας δεν πήγε πολύ μακριά μόνος του. Αυτά δεν είναι στην τελική όσα προσπαθεί να περάσει και η παραγωγή στο κοινό; Το παιχνίδι  παίζεται φέτος |αλλιώς.




Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Μέρη που θα ήθελα να βρίσκομαι: ο προθάλαμος του ψυχιατρείου

 
 Πριν αρκετά χρόνια μου τα είχε φέρει έτσι η ζωή, ώστε για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα να επισκέπτομαι το ψυχιατρικό τμήμα ενός νοσοκομείου . (Παρεμπιπτόντως, αυτή η άνεσή μου ή αν θέλετε, το βίτσιο μου να αναφέρομαι ανοιχτά, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις σε μια περίοδο της ζωής μου που χρειάστηκα τη βοήθεια ενός ειδικού, ενός therapist, όπως κομψά αναφέρουν στην Αμερική -στη γλώσσα μας ο όρος ''ψυχίατρος'' είναι ακριβής αλλά αρκετά φορτισμένος- με έχει φέρει πολλές φορές αντιμέτωπη με τη ψυχιατρικοποίηση της συμπεριφοράς μου, ακόμα και  χρόνια μετά το πέρας της θεραπείας μου, από ανθρώπους κατά τα άλλα πολύ ενημερωμένους και ευαισθητοποιημένους, σε οποιανδήποτε περίπτωση η συμπεριφορά μου αυτή ήταν μη ικανοποιητική για εκείνους, αν και διόλου ακραία ή παράλογη.) Όλα αυτά τα χρόνια ήταν χρόνια σπουδών, γιατί ο προθάλαμος του ψυχιατρείου είναι ένα μικρό πανεπιστήμιο, μικρό σε εμβαδόν, γιατί από παιδαγωγικής πλευράς, αν έχεις την τύχη και την πολυτέλεια να αξιοποιήσεις το υλικό που σου προσφέρει, η αξία του είναι ανεκτίμητη και προσφέρει μαζί με όλη αυτή την καθαρτική εμπειρία, μεγάλα ατού για την ατομική σου εξέλιξη. Προσωπικά, είχα τελικά αυτή την πολυτέλεια και όσα κράτησα από τότε είναι όλα συνδεδεμένα με το πιο ποιοτικό κομμάτι του σημερινού εαυτού μου, που ενδεχομένως να μην υπήρξε χωρίς αυτές τις σπουδές.

   Οι άνθρωποι που έτυχε να συναντήσω ήταν διαφόρων λογιών, ηλικιών και χτυπημένοι από διάφορες παθήσεις. Το νοσοκομείο δημόσιο, έτσι οι περισσότεροι ήταν πολύ φτωχοί, άνθρωποι που δεν είχαν την ευτέλεια να βρουν ένα πιο ήσυχο και πιο ''ευπρεπές'' μέρος για να ακουμπήσουν τα προβλήματά τους, σε λιγότερο παραζαλισμένα ώτα. Βέβαια, ο φτωχός έχει πάντα και την επιλογή της εξομολόγησης στη διάθεσή του, φτάνει να έχει την τύχη να πιστεύει ότι ο θεός είναι με το μέρος του. Σίγουρα αυτό δεν ίσχυε, λόγου χάρη, για τον Γέρο-Ναυτικό, έναν μισοκαδιάρη ανθρωπάκο με φθαρμένα θαλασσινά ρούχα, μπλε τραγιάσκα και πίπα, μαλλί σγουρό,τόσο κατσιασμένο από το αλάτι, που σε έκανε να πιστεύεις πως έχει δεν έχει μια βδομάδα που κατέβηκε από το άλμπουρο, με μάτι κοφτερό και αλήθειες ακέραιες και διαυγείς. Όση ώρα περίμενε τη δόση του, δόση που παρηγορούσε πιο πολύ τη μοναξιά και τη μιζέρια που βίωνε παρά μια ενδεχόμενη ασθένεια, μας τις μοίραζε αυτές τις αλήθειες, τη σοφία της ζωής που είχε αποκομήσει στο νερό ή στο τσιμέντο, δεν έχει καμιά σημασία, και που τον είχε οδηγήσει στο περιθώριο και το άσυλο, ρόλο που πολύ συχνά παίζει ένα δημόσιο ψυχιατρείο για όσους δεν τους ευνόησε η ζωή.

   Από την άλλη, αυτό δεν άγγιζε καθόλου σαν παραδοχή  τη Ζωζώ, μια μεγαλοκοπέλα με ξεκάθαρο το αίσθημα μεγαλείου, ντυμένη πάντα στην πένα, χτενισμένη πάντα στην τρίχα, βαμμένη πάντα στην εντέλεια, η κυρία Ζωζώ με τα πανάρχαια μπροκάρ και τα ψηλά ,φθαρμένα λουστρίνια, που ούτε ένα βλέμμα δε μας χαράμιζε, που σιχαινόταν τον Γερο-Ναυτικό, κι ας ήταν ο πιο ένθερμος θαυμαστής της, που ακόμα και τον γιατρό τον αντιμετώπιζε σαν έναν ταπεινό υπηρέτη που της όφειλε τυφλή υποταγή και πίστη και που δεν καταδεχόταν να πάει στον θάλαμό του όταν την καλούσε, αν δεν ερχόταν να την πάρει αγκαζέ ο ίδιος αυτοπροσώπως. Η κυρία Ζωζώ, το ζωηρό παγόνι που έδινε χρώμα στη γκριζίλα της κλινικής, μια εικόνα για Όσκαρ.

Και ο ήχος; Γι' αυτό υπήρχε ο πολυαγαπημένος μου Πινκ Φλόυντ, ένα όμορφο νεαρό μαυράκι, που πίστευε ότι είναι αυτοπροσώπως ολόκληρη η  μπάντα και φρόντιζε να το αποδεικνύει κάθε ώρα και στιγμή. Αμφισβήτηση δεν υπήρχε άλλωστε, για το ετερόκλητο πλήθος ο Γιαννάκης ήταν όντως οι Pink Floyd, γιατί ήταν η πρώτη φορά ούτως ή άλλως που άκουγαν οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, αυτό το όνομα. Και τελικά πείστηκα κι εγώ, ο ενημερωμένος άπιστος Θωμάς,μια μέρα που ζήτησε από τις νοσοκόμες να ανοίξουν την τηλεόραση στον προθάλαμο και, ω του παραδόξου θαύματος, εμφανίστηκαν αμέσως οι Pink Floyd να χτυπιούνται στην Πομπηία, στο πιο αγαπημένο μου κομμάτι. (Κι ανάθεμά με αν έχω πετύχει ποτέ άλλοτε Pink Floyd στην τιβι.) Τότε αυτός, μεγαλοπρεπής, λαμπρός, κορδωμένος σα διάνος, άρχισε να μας κουρδίζει όλους, εσύ τα ντραμς, εσύ το μπάσο, εσύ η κιθάρα και όλοι μαζί  η φωνή, με ηγήτορα και μαέστρο τον ίδιο να εκτοξεύει  ''Πάμε'' στην ορχήστρα των εκτρωμάτων και να μας εμψυχώνει. Έκσταση. 


Η έκσταση κόπηκε γρήγορα. Και όχι γιατί ο Πινκ Φλόυντ καμιά εικοσαριά λεπτά μετά απεκδυόταν του μύθου και της μουσικής του δεινότητας προκειμένου  να πείσει την κατατρομαγμένη κυρα-Μαρία, μια παλιά γειτόνισσά του, ότι ήταν ''το Γιαννάκι το μαυράκι από την παλιά γειτονιά'' και δεν έχει τίποτα να φοβάται, αφήνοντας έτσι τα βογγητά από τους θαλάμους να ξαναγεμίσουν τον χώρο. Αλλά γιατί μια εβδομάδα μετά πέτυχα τον Πίνκ Φλόυντ καθόλου pink και χωρίς floyd, ένα άηχο φάντασμα του εαυτού του, πλήρως κατασταλμένο από τα αντιψυχωσικά που δεν του επέτρεπαν να ζήσει τον μύθο του μέχρι τέλους, γιατί ήταν ταπεινός και οι ταπεινοί δε δικαιούνται μύθους. 

Παρ' όλα αυτά, παρ' όλες τις δυσκολίες και το αίσθημα πίκρας που σου άφηνε αυτός ο θίασος, παρόλο που δύο γιατροί  σχόλαγαν δυο ώρες μετά το πέρας της βάρδιας τους και οι υπόλοιποι έξι τρεις ώρες πριν, παρόλο που έχω να περάσω έστω και για βόλτα πάρα πολλά χρόνια, αυτόν τον καιρό θα προτιμούσα να βρίσκομαι σε εκείνο το περιβάλλον. Γιατί παρόλο που βρισκόμουν στην πιο φοβισμένη περίοδο της ζωής μου, που πίστευα σαν Γαλάτισσα ότι ο ουρανός θα μου πέσει στο κεφάλι ανά πάσα στιγμή, εκεί μέσα δε φοβήθηκα ποτέ.

   Δε φοβήθηκα όπως φοβάμαι τον τελευταίο χρόνο μέσα στη ζούγκλα που ορθώνεται γύρω με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ποτέ δε φοβήθηκα ότι μπορεί να πάω και να μην ξαναγυρίσω πίσω. Εκεί μέσα κανείς δε μπορούσε να σου κάνει κακό. Κανείς δεν ήθελε να σε λιντσάρει. Κανείς δεν ήθελε να σε απολαύσει να κομματιάζεσαι ακριβώς μπροστά του, για να έχει να διηγείται. Κανείς δεν θα σου φώναζε ''Πήδα'' αν θα σε έβλεπε να κρεμιέσαι στο κενό. Κανείς δεν θα έκανε τον φόβο, τη δυστυχία, τη μιζέρια, τον χαμό σου οπτικό σουβενίρ. Κανείς δεν θα έκανε τον θάνατο βραδινή οικογενειακή ψυχαγωγία. Κανείς δεν θα γέμιζε τη μίζερη ζωή του με το κακό των γύρω του. Κανένα καρνιβόρο δεν θα χόρταινε με τις σάρκες σου.
Κανείς δεν θα κλώτσαγε ένα πρεζάκι. Κανείς δεν θα ταπείνωνε έναν μετανάστη. Κανείς δεν θα ξεφτίλιζε έναν άστεγο. Κανείς δεν θα την έπεφτε σε μια πόρνη. Κανείς δεν θα έκραζε ένα γκέι. Κανείς δεν θα σε έβρισκε χοντρό, αδύνατο,κοντό, άυπνο, ηλίθιο, υπερβολικό, λατέρνα, αγάμητη, παρτόλα... Όχι από κάποιον έμφυτο αλτρουισμό ή ευγένεια ψυχής και σίγουρα όχι από διαύγεια σκέψης. Αλλά γιατί αυτοί ακριβώς ήμασταν εκεί μέσα. Ο καθένας κάτι από αυτά ή και πολλά μαζί. Και ο καθένας το αναγνώριζε στον άλλον και του άφηνε χώρο για να υπάρχει. Ήξεραν πως αν δεν το δικαιούταν έστω ένας, δεν θα το δικαιούταν κανείς.

  Προφανώς και χαίρομαι που δεν έχει χρειαστεί ακόμα να γυρίσω πίσω. Όταν όμως με ζώνει η απελπισία, όταν πόδια κλωτσάνε κεφάλια σε σπασμένα γυαλιά, όταν το πλήθος μαζεύεται για να χαζέψει το άψυχο σώμα του αυτόχειρα, όταν χέρια υψώνονται προκαλώντας κάποιον να πέσει στο κενό μπας και βγάλουν τα λεφτά τους οι πανάκριβες συσκευές, όταν κάθε μέρα κατασπαράσσεται η λογική και η ανθρωπιά, σκέφτομαι πως υπάρχει κάποιο μέρος που οι άνθρωποι παλεύουν με δαίμονες και όχι οι δαίμονες με ανθρώπους. Και τελικά ανακουφίζομαι που πέρασα κι εγώ από εκεί, γιατί μπορεί σήμερα να μη βρισκόμουν από την πλευρά των ανθρώπων, αλλά από την πλευρά των δαιμόνων.









 



Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Ροζ μελάνι

Πασχίζει η όρασή μου για λίγη ομορφιά
αλλά το ροζ μελάνι στο χέρι
με προσκαλεί στην κόλαση του λάθους.
Τα πρώτα χρόνια έρχεται η διάπραξη.
Μετά ξεχνάς γιατί και πώς είχες χαθεί,
πότε σε μονοπάτια, πότε σε κορμιά,
και έρχεται η διόρθωση.
Μεταξύ ορθού και σφικτήρος
χωράει η οικειότητα του μνηστήρος·
έπεται η ακολουθία του νιπτήρος.
Σήμερα, αύριο, κάποια στιγμή στο μέλλον
ένα σφύριγμα θα είναι η αρχή για κάτι σημαντικό.
Όχι ανόητοι μαραθώνιοι του ''νενικήμεθα''
ούτε ομαδικά όργια
και κρέατα κρεμασμένα στα τσιγκέλια
και σπέρματα να ρέουν από τις πληγές των σωμάτων.
Μόνο βήματα προς τα μπρος και προς τα πάνω
και αγάπη
και σεβασμός
και υπερηφάνεια.
Η πραγματική ομορφιά
δε χρειάζεται πολλες λέξεις για να γίνει αντιληπτή.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Κι όμως, δεν έγραψε

Είχε μπροστά της όλα όσα χρειαζόταν: 
όμορφα, καλοξυσμένα μολύβια καλής μάρκας
και γόμες χωρίς μαυρίλες στις γωνίες·
τριζάτο, πάλλευκο χαρτί,
να της θυμίζει το tabula rasa της εμβρυακής ηλικίας,
αυτό που καλούταν να ξεθάψει·
τα χαλκούνια και τα μαϊτάπια του Εγγονόπουλου,
να της φωτίζουν το πίσω μέρος του ουρανού της·
έναν έξυπνο τίτλο,κόμπο καλό, γερό
να μπορέσει να πιάσει από εκεί το νήμα για το ανάποδο πλέξιμο.
Είχε και άλλα, ισχυρά όπλα·
όνειρά αεράτα να της σπρώχνουν την πρύμνη,
σε ένα πλώρισμα γεμάτο φως και ορίζοντα,
τις εικόνες της ματαιοδοξίας μπροστά στα μάτια
-εύγε και επευφημίες και ζητωκραυγές-
και την ταμπέλα του ευγενούς και του ωραίου
να κρέμεται πάνω από τον σταυρό της
(τα δεύτερα, τρίτα επίθετα της στο libro d'oro της μακαριότητας) .


Της έλειπε, βέβαια, ένα μικρό ''ε'' από το πληκτρολόγιο,
κούτσαινε, αιμορραγούσε, το ατυχές, από τα ανηλεή χτυπήματα,
αλλά δεν θα του χαριζόταν· είχε σκοπό για μεγάλα πράγματα απόψε.

Τόσες σκόρπιες μορφές, ευχές, πληγές και αισθήσεις 
ρίγησαν την πέτσα της όλες αυτές τις μέρες...
'Ολο και κάτι θα σέρβιρε στο χαρτί.

Κι όμως, δεν έγραψε.

Θα φταίει που ήθελε να πηγαίνει πάντα καλοντυμένη.
Είχε ξεχάσει, φαίνεται, πως οι ποιητές μένουν πάντα γυμνοί.







Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Κυνική διαπίστωση

Τα σκυλιά που ζουν σε σπίτια με νάιλον στη θέση των παραθύρων,
δίπλα σε ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν βαριά 
μέσα από ρημαγμένες πόρτες  και πρόστυχα χαλάσματα,
έχουν το πιο συννεφιασμένο βλέμμα απ' όλα τα πλάσματα του κόσμου.
Ξέρουν πως θα μπορούσαν να έχουν μια καλύτερη τύχη,
πολλά κλικ πιο πάνω από την αλητεία.
Το μαντεύουν κοιτώντας από πολύ ψηλά, 
ή από πολύ χαμηλά,
τις νταντάδες ζωσμένες παιδικές ερωτήσεις, 
τις νοικοκυρές που δε χρειάστηκε να δουλέψουν ποτέ
ή άλλες που βούτηξαν τον έρωτα μιας άλλης γυναίκας 
και βηματίζουν πάντα θριαμβεύτριες.
Τα πεζοδρόμια φορτωμένα με δυνατές ρόδες από δυνατά αμάξια 
και δυνατά παπούτσια από δυνατά πόδια.
Τα καροτσάκια της λαϊκής γεμάτα με έναν αιώνιο μόχθο
και μια κρυφή χαρά για τη διαιώνιση του είδους.
Ξέρουν πως θα μπορούσαν να φυλάνε ένα πραγματικό σπίτι,
με πραγματικές απειλές στα σκοτάδια του,
με θησαυρούς μες στα συρτάρια και κούτες στα πατάρια.
Κι όμως, προσέχουν και γαβγίζουν
καιροφυλαχτούν και αντιμετωπίζουν
φαντάσματα, χαλάσματα, σωρούς από ελάσματα
κι ελπίζουν
πως φέρνουν σε πέρας το βαρύ τους φορτίο,
να κάνουν τον αδέσποτο να νιώθει νοικοκύρης,
να κάνουν τον ανίσχυρο να νιώθει αφεντικό. 




Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Παυσίπονο

Μερικές φορές, όταν με πιάνει ο πόνος
θέλω να γίνω η καλύτερη, η καλύτερη απ' όλους, σε όλα.
Αν δεν μου το θυμίσει το σώμα μου
 χάσκω αμέριμνη περιμένοντας την αιωνιότητα.
Η αθανασία είναι σαν το κοκοράκι γλειφιτζούρι
που μας περίμενε σε κάθε πανηγύρι.
Παλιά, ακίνητη και αναλλοίωτη.
Αχρείαστη, μα πάντα παρούσα.
Ο θάνατος μας κρατάει ζωντανούς και αχαρακτήριστους.
Ο νεκρός δεν δεδικέωται.
Απλά παύει να είναι άνθρωπος,
Παύει να έχει τα πάθη που τον κάνουν να ξεχωρίζει από το αιώνιο και το θείο.
Το mea culpa μνέσκει με τις δαγκάνες ανοιχτές
μόνο για τους ζωντανούς.
Οι νεκροί έχουν το αλάθητο, όπως ο Πάπας.
Σάμπως ο Πάπας περνιέται για ζωντανός;

Αν είμαστε πολύ πολύ τυχεροί, το καλοκαίρι θα πάμε στην εξοχή. 
Θα ανοίξουμε τα παρασόλια μας κάτω από τον καυτό ήλιο
να του κρύψουμε τα όσα νομίζουμε πως θέλει να δει.
Εκεί θα περάσουν όλα· 
οι στομωμένες αρθρώσεις
οι ιδεοληψίες
η καταστροφή του περιβάλλοντος
τα άκοπα βιβλιάρια ασφαλίσεως
τα άσκοπα email σε άγνωστες διευθύνσεις
οι περασμένες αγάπες
οι ερχόμενες λύπες
οι κουρασμένες στιγμές
οι κακές κρέμες χεριών.
Όλα θα χαθούν 
σαν την οφθαλμαπάτη του νερού
στην καυτή άσφαλτο.

Μακάριος είναι αυτός που περιμένει την αλλαγή.
όποιος πιστεύει πως ο ήλιος είναι μπροστά.
Έτσι κι αλλιώς, οι εποχές και οι αλλαγές
είναι ημερολογιακές βόμβες.
Σκάνε μόνος όταν σημάνει ο χρόνος.







Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Παρασκευή και 2

Εγώ ήθελα όλη η ζωή μου να είναι ένα μπλαβί, κρύο σούρουπο
με ζεστά φωτάκια στη θέση των ματιών,
προβολάκια ομίχλης με θάμπος θολό,
πυρετός καλοσύνης και ομορφιάς,
αμάξια γεμάτα με καπνούς και ακουμπισμένους ώμους,
διαδρομές που έγιναν όταν έπρεπε να γίνουν,
ξαφνικές στάσεις σαν αναμενόμενη έκπληξη,
μα δεν το λέω καλά,
η έκπληξη να  υπάρχει απλά πάντα να την αναμένεις,
κρύο εν κινήσει τελοσπάντων,
να μη στέκεται το αίμα στα ισχνά τριχοειδή,
γιατί άμα είσαι ζεστός τον χειμώνα
τί τη θες μια θέση στον ήλιο;

Μέχρι μια εποχή προπορευόμουν. 
Έτσι δεν την πάτησε μήπως και ο λαγός;
Μετά αγκομαχητό
και παρακάλια
και εκπτώσεις
και συμβιβασμοί
και ότι υπάρχει σε προσφορά
και δόξα τω θεώ.
Στυγνά ρούχα απλωμένα στις θυελλώδεις καβάτζες
και στο όνειρο να σε κυνηγάει πάντα ανεμοστρόβιλος.
Στον ξύπνιο ένα έλος ακριβώς έξω από την πόρτα,
δεν το βλέπει η καθαρίστρια όταν σηκώνει το πατάκι;;;
 Εγώ κάθε που κάνω να το αποφύγω απλώνεται και με προλαβαίνει.
Παράπονο δεν έχω όμως
και το χαμόγελο χαμόγελο
ανάρια αξιοπρέπεια,
κληρονομιά από τις εποχές που δεν με μάθαιναν τι πάει να πει ζωή
και τι πρέπει να κάνεις για να ζήσεις.

Απ έξω είναι παρκαρισμένο ένα Τίποτα.
Από αυτά τα καλογυαλισμένα με τα μεγάλα φανάρια,
σαν κι αυτό του Διογένη,
για να διακρίνω τον Απάνθρωπο τον βίο που διάγουμε 
και σχεδόν τίποτα πια δεν παράγουμε.
Ζω κάτω από τις δυνάμεις μου,
κάθομαι κάτω από τη μπάρα
και σπάω τα γόνατα προσπαθώντας να σηκωθώ και να χορέψω
σαν την αρκούδα με το χαλκά στη μύτη.
Και στα πανηγύρια φέτος λίγος ο κόσμος, περιμένουν τον 13ο μισθό,
εγώ ποτέ δεν τα έμαθα αυτά, μόνο το '' 13 όροφοι πάνω απ' τη γη'', 
ωραία τα έλεγαν στα 90's , 
πού να ξέραν πώς είναι στ' αλήθεια να ζεις μια ζωή
που στα βιβλία δεν υπάρχει πουθενά. 
Να μη γινόμαστε όμως λαϊκιστές, μελοδραματικοί, γραφικοί, 
το λέει και η διανόηση.

Το ζήτημα είναι πως μια ζωή έτσι ήταν,
οι ζωές ήταν για να γλιστράνε από τα χέρια, 
αλλά όταν τα όνειρά είναι μικρά σου κοστίζει πιο πολύ
ρε πούστηδες, τίποτα δε ζητάω και πάλι όχι;
Σε πιάνει ένα παράπονο. 
Από κει και πέρα καις νοσταλγία.
Όσο μεγαλύτερο απόθεμα έχεις, τόσο λιγότερο θα σε κρατήσει,
αντιστρόφως ανάλογο πλάσμα.
Βγες τώρα να πεις τα κάλαντα να μπορέσεις να ζήσεις
και να χαίρεσαι που δεν είσαι το Κοριτσάκι με τα σπίρτα,
να σαι ευγνώμων.
Κι όποτε σε πιάνει εκείνο το γαργαλητό στο μέρος της ουράς, ξέχνα το. 
Δεν έχεις για να την κουνήσεις.
Ούτε ουρά, ούτε χαρά.