Οι άνθρωποι που έτυχε να συναντήσω ήταν διαφόρων λογιών, ηλικιών και χτυπημένοι από διάφορες παθήσεις. Το νοσοκομείο δημόσιο, έτσι οι περισσότεροι ήταν πολύ φτωχοί, άνθρωποι που δεν είχαν την ευτέλεια να βρουν ένα πιο ήσυχο και πιο ''ευπρεπές'' μέρος για να ακουμπήσουν τα προβλήματά τους, σε λιγότερο παραζαλισμένα ώτα. Βέβαια, ο φτωχός έχει πάντα και την επιλογή της εξομολόγησης στη διάθεσή του, φτάνει να έχει την τύχη να πιστεύει ότι ο θεός είναι με το μέρος του. Σίγουρα αυτό δεν ίσχυε, λόγου χάρη, για τον Γέρο-Ναυτικό, έναν μισοκαδιάρη ανθρωπάκο με φθαρμένα θαλασσινά ρούχα, μπλε τραγιάσκα και πίπα, μαλλί σγουρό,τόσο κατσιασμένο από το αλάτι, που σε έκανε να πιστεύεις πως έχει δεν έχει μια βδομάδα που κατέβηκε από το άλμπουρο, με μάτι κοφτερό και αλήθειες ακέραιες και διαυγείς. Όση ώρα περίμενε τη δόση του, δόση που παρηγορούσε πιο πολύ τη μοναξιά και τη μιζέρια που βίωνε παρά μια ενδεχόμενη ασθένεια, μας τις μοίραζε αυτές τις αλήθειες, τη σοφία της ζωής που είχε αποκομήσει στο νερό ή στο τσιμέντο, δεν έχει καμιά σημασία, και που τον είχε οδηγήσει στο περιθώριο και το άσυλο, ρόλο που πολύ συχνά παίζει ένα δημόσιο ψυχιατρείο για όσους δεν τους ευνόησε η ζωή.
Από την άλλη, αυτό δεν άγγιζε καθόλου σαν παραδοχή τη Ζωζώ, μια μεγαλοκοπέλα με ξεκάθαρο το αίσθημα μεγαλείου, ντυμένη πάντα στην πένα, χτενισμένη πάντα στην τρίχα, βαμμένη πάντα στην εντέλεια, η κυρία Ζωζώ με τα πανάρχαια μπροκάρ και τα ψηλά ,φθαρμένα λουστρίνια, που ούτε ένα βλέμμα δε μας χαράμιζε, που σιχαινόταν τον Γερο-Ναυτικό, κι ας ήταν ο πιο ένθερμος θαυμαστής της, που ακόμα και τον γιατρό τον αντιμετώπιζε σαν έναν ταπεινό υπηρέτη που της όφειλε τυφλή υποταγή και πίστη και που δεν καταδεχόταν να πάει στον θάλαμό του όταν την καλούσε, αν δεν ερχόταν να την πάρει αγκαζέ ο ίδιος αυτοπροσώπως. Η κυρία Ζωζώ, το ζωηρό παγόνι που έδινε χρώμα στη γκριζίλα της κλινικής, μια εικόνα για Όσκαρ.
Και ο ήχος; Γι' αυτό υπήρχε ο πολυαγαπημένος μου Πινκ Φλόυντ, ένα όμορφο νεαρό μαυράκι, που πίστευε ότι είναι αυτοπροσώπως ολόκληρη η μπάντα και φρόντιζε να το αποδεικνύει κάθε ώρα και στιγμή. Αμφισβήτηση δεν υπήρχε άλλωστε, για το ετερόκλητο πλήθος ο Γιαννάκης ήταν όντως οι Pink Floyd, γιατί ήταν η πρώτη φορά ούτως ή άλλως που άκουγαν οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, αυτό το όνομα. Και τελικά πείστηκα κι εγώ, ο ενημερωμένος άπιστος Θωμάς,μια μέρα που ζήτησε από τις νοσοκόμες να ανοίξουν την τηλεόραση στον προθάλαμο και, ω του παραδόξου θαύματος, εμφανίστηκαν αμέσως οι Pink Floyd να χτυπιούνται στην Πομπηία, στο πιο αγαπημένο μου κομμάτι. (Κι ανάθεμά με αν έχω πετύχει ποτέ άλλοτε Pink Floyd στην τιβι.) Τότε αυτός, μεγαλοπρεπής, λαμπρός, κορδωμένος σα διάνος, άρχισε να μας κουρδίζει όλους, εσύ τα ντραμς, εσύ το μπάσο, εσύ η κιθάρα και όλοι μαζί η φωνή, με ηγήτορα και μαέστρο τον ίδιο να εκτοξεύει ''Πάμε'' στην ορχήστρα των εκτρωμάτων και να μας εμψυχώνει. Έκσταση.
Η έκσταση κόπηκε γρήγορα. Και όχι γιατί ο Πινκ Φλόυντ καμιά εικοσαριά λεπτά μετά απεκδυόταν του μύθου και της μουσικής του δεινότητας προκειμένου να πείσει την κατατρομαγμένη κυρα-Μαρία, μια παλιά γειτόνισσά του, ότι ήταν ''το Γιαννάκι το μαυράκι από την παλιά γειτονιά'' και δεν έχει τίποτα να φοβάται, αφήνοντας έτσι τα βογγητά από τους θαλάμους να ξαναγεμίσουν τον χώρο. Αλλά γιατί μια εβδομάδα μετά πέτυχα τον Πίνκ Φλόυντ καθόλου pink και χωρίς floyd, ένα άηχο φάντασμα του εαυτού του, πλήρως κατασταλμένο από τα αντιψυχωσικά που δεν του επέτρεπαν να ζήσει τον μύθο του μέχρι τέλους, γιατί ήταν ταπεινός και οι ταπεινοί δε δικαιούνται μύθους.
Παρ' όλα αυτά, παρ' όλες τις δυσκολίες και το αίσθημα πίκρας που σου άφηνε αυτός ο θίασος, παρόλο που δύο γιατροί σχόλαγαν δυο ώρες μετά το πέρας της βάρδιας τους και οι υπόλοιποι έξι τρεις ώρες πριν, παρόλο που έχω να περάσω έστω και για βόλτα πάρα πολλά χρόνια, αυτόν τον καιρό θα προτιμούσα να βρίσκομαι σε εκείνο το περιβάλλον. Γιατί παρόλο που βρισκόμουν στην πιο φοβισμένη περίοδο της ζωής μου, που πίστευα σαν Γαλάτισσα ότι ο ουρανός θα μου πέσει στο κεφάλι ανά πάσα στιγμή, εκεί μέσα δε φοβήθηκα ποτέ.
Δε φοβήθηκα όπως φοβάμαι τον τελευταίο χρόνο μέσα στη ζούγκλα που ορθώνεται γύρω με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ποτέ δε φοβήθηκα ότι μπορεί να πάω και να μην ξαναγυρίσω πίσω. Εκεί μέσα κανείς δε μπορούσε να σου κάνει κακό. Κανείς δεν ήθελε να σε λιντσάρει. Κανείς δεν ήθελε να σε απολαύσει να κομματιάζεσαι ακριβώς μπροστά του, για να έχει να διηγείται. Κανείς δεν θα σου φώναζε ''Πήδα'' αν θα σε έβλεπε να κρεμιέσαι στο κενό. Κανείς δεν θα έκανε τον φόβο, τη δυστυχία, τη μιζέρια, τον χαμό σου οπτικό σουβενίρ. Κανείς δεν θα έκανε τον θάνατο βραδινή οικογενειακή ψυχαγωγία. Κανείς δεν θα γέμιζε τη μίζερη ζωή του με το κακό των γύρω του. Κανένα καρνιβόρο δεν θα χόρταινε με τις σάρκες σου.
Κανείς δεν θα κλώτσαγε ένα πρεζάκι. Κανείς δεν θα ταπείνωνε έναν μετανάστη. Κανείς δεν θα ξεφτίλιζε έναν άστεγο. Κανείς δεν θα την έπεφτε σε μια πόρνη. Κανείς δεν θα έκραζε ένα γκέι. Κανείς δεν θα σε έβρισκε χοντρό, αδύνατο,κοντό, άυπνο, ηλίθιο, υπερβολικό, λατέρνα, αγάμητη, παρτόλα... Όχι από κάποιον έμφυτο αλτρουισμό ή ευγένεια ψυχής και σίγουρα όχι από διαύγεια σκέψης. Αλλά γιατί αυτοί ακριβώς ήμασταν εκεί μέσα. Ο καθένας κάτι από αυτά ή και πολλά μαζί. Και ο καθένας το αναγνώριζε στον άλλον και του άφηνε χώρο για να υπάρχει. Ήξεραν πως αν δεν το δικαιούταν έστω ένας, δεν θα το δικαιούταν κανείς.
Προφανώς και χαίρομαι που δεν έχει χρειαστεί ακόμα να γυρίσω πίσω. Όταν όμως με ζώνει η απελπισία, όταν πόδια κλωτσάνε κεφάλια σε σπασμένα γυαλιά, όταν το πλήθος μαζεύεται για να χαζέψει το άψυχο σώμα του αυτόχειρα, όταν χέρια υψώνονται προκαλώντας κάποιον να πέσει στο κενό μπας και βγάλουν τα λεφτά τους οι πανάκριβες συσκευές, όταν κάθε μέρα κατασπαράσσεται η λογική και η ανθρωπιά, σκέφτομαι πως υπάρχει κάποιο μέρος που οι άνθρωποι παλεύουν με δαίμονες και όχι οι δαίμονες με ανθρώπους. Και τελικά ανακουφίζομαι που πέρασα κι εγώ από εκεί, γιατί μπορεί σήμερα να μη βρισκόμουν από την πλευρά των ανθρώπων, αλλά από την πλευρά των δαιμόνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας και να είστε ευγενικοί. :)