Μερικές φορές, όταν με πιάνει ο πόνος
θέλω να γίνω η καλύτερη, η καλύτερη απ' όλους, σε όλα.
Αν δεν μου το θυμίσει το σώμα μου
χάσκω αμέριμνη περιμένοντας την αιωνιότητα.
Η αθανασία είναι σαν το κοκοράκι γλειφιτζούρι
που μας περίμενε σε κάθε πανηγύρι.
Παλιά, ακίνητη και αναλλοίωτη.
Αχρείαστη, μα πάντα παρούσα.
Ο θάνατος μας κρατάει ζωντανούς και αχαρακτήριστους.
Ο νεκρός δεν δεδικέωται.
Απλά παύει να είναι άνθρωπος,
Παύει να έχει τα πάθη που τον κάνουν να ξεχωρίζει από το αιώνιο και το θείο.
Το mea culpa μνέσκει με τις δαγκάνες ανοιχτές
μόνο για τους ζωντανούς.
Οι νεκροί έχουν το αλάθητο, όπως ο Πάπας.
Σάμπως ο Πάπας περνιέται για ζωντανός;
Αν είμαστε πολύ πολύ τυχεροί, το καλοκαίρι θα πάμε στην εξοχή.
Θα ανοίξουμε τα παρασόλια μας κάτω από τον καυτό ήλιο
να του κρύψουμε τα όσα νομίζουμε πως θέλει να δει.
Εκεί θα περάσουν όλα·
οι στομωμένες αρθρώσεις
οι ιδεοληψίες
η καταστροφή του περιβάλλοντος
τα άκοπα βιβλιάρια ασφαλίσεως
τα άσκοπα email σε άγνωστες διευθύνσεις
οι περασμένες αγάπες
οι ερχόμενες λύπες
οι κουρασμένες στιγμές
οι κακές κρέμες χεριών.
Όλα θα χαθούν
σαν την οφθαλμαπάτη του νερού
στην καυτή άσφαλτο.
Μακάριος είναι αυτός που περιμένει την αλλαγή.
όποιος πιστεύει πως ο ήλιος είναι μπροστά.
Έτσι κι αλλιώς, οι εποχές και οι αλλαγές
είναι ημερολογιακές βόμβες.
Σκάνε μόνος όταν σημάνει ο χρόνος.
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016
Παρασκευή και 2
Εγώ ήθελα όλη η ζωή μου να είναι ένα μπλαβί, κρύο σούρουπο
με ζεστά φωτάκια στη θέση των ματιών,
προβολάκια ομίχλης με θάμπος θολό,
πυρετός καλοσύνης και ομορφιάς,
αμάξια γεμάτα με καπνούς και ακουμπισμένους ώμους,
διαδρομές που έγιναν όταν έπρεπε να γίνουν,
ξαφνικές στάσεις σαν αναμενόμενη έκπληξη,
μα δεν το λέω καλά,
η έκπληξη να υπάρχει απλά πάντα να την αναμένεις,
κρύο εν κινήσει τελοσπάντων,
να μη στέκεται το αίμα στα ισχνά τριχοειδή,
γιατί άμα είσαι ζεστός τον χειμώνα
τί τη θες μια θέση στον ήλιο;
Μέχρι μια εποχή προπορευόμουν.
Μέχρι μια εποχή προπορευόμουν.
Έτσι δεν την πάτησε μήπως και ο λαγός;
Μετά αγκομαχητό
και παρακάλια
και εκπτώσεις
και συμβιβασμοί
και ότι υπάρχει σε προσφορά
και δόξα τω θεώ.
Στυγνά ρούχα απλωμένα στις θυελλώδεις καβάτζες
και στο όνειρο να σε κυνηγάει πάντα ανεμοστρόβιλος.
Στον ξύπνιο ένα έλος ακριβώς έξω από την πόρτα,
δεν το βλέπει η καθαρίστρια όταν σηκώνει το πατάκι;;;
Εγώ κάθε που κάνω να το αποφύγω απλώνεται και με προλαβαίνει.
Παράπονο δεν έχω όμως
και το χαμόγελο χαμόγελο
ανάρια αξιοπρέπεια,
κληρονομιά από τις εποχές που δεν με μάθαιναν τι πάει να πει ζωή
και τι πρέπει να κάνεις για να ζήσεις.
Απ έξω είναι παρκαρισμένο ένα Τίποτα.
Από αυτά τα καλογυαλισμένα με τα μεγάλα φανάρια,
σαν κι αυτό του Διογένη,
για να διακρίνω τον Απάνθρωπο τον βίο που διάγουμε
και σχεδόν τίποτα πια δεν παράγουμε.
Ζω κάτω από τις δυνάμεις μου,
κάθομαι κάτω από τη μπάρα
και σπάω τα γόνατα προσπαθώντας να σηκωθώ και να χορέψω
σαν την αρκούδα με το χαλκά στη μύτη.
Και στα πανηγύρια φέτος λίγος ο κόσμος, περιμένουν τον 13ο μισθό,
εγώ ποτέ δεν τα έμαθα αυτά, μόνο το '' 13 όροφοι πάνω απ' τη γη'',
ωραία τα έλεγαν στα 90's ,
πού να ξέραν πώς είναι στ' αλήθεια να ζεις μια ζωή
που στα βιβλία δεν υπάρχει πουθενά.
Να μη γινόμαστε όμως λαϊκιστές, μελοδραματικοί, γραφικοί,
το λέει και η διανόηση.
Το ζήτημα είναι πως μια ζωή έτσι ήταν,
οι ζωές ήταν για να γλιστράνε από τα χέρια,
αλλά όταν τα όνειρά είναι μικρά σου κοστίζει πιο πολύ
ρε πούστηδες, τίποτα δε ζητάω και πάλι όχι;
Σε πιάνει ένα παράπονο.
Από κει και πέρα καις νοσταλγία.
Όσο μεγαλύτερο απόθεμα έχεις, τόσο λιγότερο θα σε κρατήσει,
αντιστρόφως ανάλογο πλάσμα.
Βγες τώρα να πεις τα κάλαντα να μπορέσεις να ζήσεις
και να χαίρεσαι που δεν είσαι το Κοριτσάκι με τα σπίρτα,
να σαι ευγνώμων.
Κι όποτε σε πιάνει εκείνο το γαργαλητό στο μέρος της ουράς, ξέχνα το.
Δεν έχεις για να την κουνήσεις.
Ούτε ουρά, ούτε χαρά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

