Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Τυφλό σύστημα

Καθένας μας ξέρει να αγαπάει με τον τρόπο του.
Άλλος αφιερώνοντας  τραγούδια κι άλλος την ζωή του·
άλλος γράφοντας ποιήματα κι άλλος το όνομά του σε μια επιτύμβια στήλη·
άλλος ετοιμάζοντας ένα καλό πρωινό κι άλλος τις βαλίτσες για τόπο μακρινό και άγνωστο.
Οι πιο πολλοί δίνουμε ό,τι ζητάμε. Γεμίζουμε τα ποτήρια με το ποτό που μας μεθάει.
Κάποιοι, βέβαια, πιο πάνω ή πιο έξω από τον κόσμο τούτο, περιφέρονται με ένα μπουκάλι βάλσαμο στο χέρι, αναζητώντας τις πληγές τους στα κορμιά των άλλων.
Δεν έχει σημασία.
Η αγάπη, όπως και ο θεός, έχουν το δικό μας πρόσωπο.
Είναι η σύγχυση του κόσμου και η διπλή έλικα - Λουκάς και Ματθαίος οι Watson και Crick, Ιωάννης ο Sigmund - που ανακατεύουν τα πρόσωπα και κάνουν το δικό σου, δικό μου και το άσπρο, μαύρο και το μαύρο, κίτρινο και τη γυναίκα, άντρα και τον άντρα, παιδί και το παιδί, μάνα.
Ακόμα κι έτσι, ακόμα και μέσα από την ψευδαίσθηση, το καλό νικάει το κακό και η αγάπη το μίσος.
Το γλοιώδες ζωύφιο από το βασίλειο των εντόμων, που μετά την αποπνικτική αποτυχία να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα, καταστρέφει οτιδήποτε όμορφο για να μη νιώθει μόνο.
Τον εκπεσόντα άγγελο από το βασίλειο της συμπόνοιας, που μετά της οικτρή ήττα του να μετουσιωθεί σε αγάπη, τυφλώνει με το φως που κουβαλά και τα μάτια και τις ψυχές , δίνοντάς τους την ψευδαίσθηση ότι βλέπουν κάτι άλλο πέρα από το απόλυτο κόκκινο, το απόλυτο αίμα. 


Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Ξέπλυμα μαύρου κρίματος

Απ' όλες τις μέρες με βροχή,  καλύτερη είναι αυτή που βρίσκει τα φύλλα της ντάλιας μες στη σκόνη, στου θέρους την αγχόνη ο δήμιος  τα λυτρώνει και τα φυλάει απ΄τη ντροπή.


Απ' όλα τα φύλλα στη ντάλια, βρήκα σωστό να ασχοληθώ με αυτό που κάνει πιρουέτα στον βλαστό, αυτό που αν ήτανε μωρό θα ρούφαγε απ'τον μαστό μου με μανία, θρεμμένο στην πενία, γεμίζοντάς με σάλια.

Απ' όλες μου τις μουσικές, αυτές που ακούς θέλεις δε θες, αυτή που δεν κοπάζει, εκείνη που μας μοιάζει,έχει τα χνώτα της ζεστά και τα ματόκλαδα σφιχτά και ξέρει να φιλάει και τα πλευρά ασθμαίνοντας ν' ανεβοκατεβάζει, μέσ' σε πόλεμου ιαχές.

Απ' όλους μου τους φόβους, ο πιο μεγάλος είναι αυτός που ανθίζει τις ώρες της χαράς, όταν πολύ με αγαπάς και στο αφτί μου ψιθυρίζει μυστικά, σβήνοντας της ηδονής τα ουρλιαχτά που βγάζουν στείρους φθόγγους.

Απ' όλη μας της ηδονή, αυτή που εμφιλοχωρεί στης νύχτας το σεντόνι, αυτή που δεν τελειώνει και ριζικά στεριώνει, είναι αυτή που ξεκινά απ' της καρδιάς τα μέρη κι όλο μας βάζει χέρι και στην πηγή και στην πληγή.

Κι ό,τι σε καταστρατηγεί κι ό,τι καλά σε κάνει  απ' όλη σου την πλάνη και απ' όλη την βοή,
 όλα τα όλα να υπερβεί, ψηλά πολύ να φτάνει , να διαρκεί και να ξεκάνει κάθε παλιά στιγμή.