Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Ο σεβασμός που δε χρωστάμε


   Δε φιλοδοξώ αίφνης να γίνω κριτικός τηλεοπτικών προγραμμάτων ούτε επιθυμώ να τα προάγω σε ζητήματα εθνικής ασφαλείας. Ωστόσο,  όπως κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, τα τηλεοπτικά προϊόντα, και ιδιαίτερα όσα κινούνται σε ρυθμούς ριάλιτυ, μας δίνουν τη δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή με μια γκάμα ανθρωπίνων συμπεριφορών αντίστοιχη με αυτή του ‘’πραγματικού’’ κόσμου, σε ένα κοινωνικό εύρος που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του στενόχωρου προσωπικού μας μικρόκοσμου.

   Η παραγωγή του φετινού ριάλιτυ μαγειρικών ικανοτήτων αποδεικνύει από την αρχή ότι έχει σκοπό να γαρνίρει το τηλεοπτικό της  πιάτο  με μια σειρά συνοδευτικών που ανήκουν στην σφαίρα των politics, και ιδιαίτερα του κομματιού που αφορά την διαφορετικότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η δυσβάσταχτη ιστορία ενός πρόσφυγα, μεταναστόπουλα δεύτερης γενιάς, άνθρωποι από διαφορετικούς κόσμους, κοινωνικά στρώματα και ξεχωριστές προτιμήσεις συναποτελούν ένα πολύχρωμο και, πολλές φορές, εκρηκτικό μείγμα. Στιγμές χαράς, ανθρωπιάς, συγκίνησης, θυμού φέρνουν τον τηλεθεατή πιο κοντά σε κάποια πρόσωπα ή απέναντι σε κάποια άλλα, με έναν τρόπο που μπορεί συχνά να γίνεται μελό ή διδακτικός, αλλά η προσωπική μου άποψη είναι ότι σε μια κοινωνία με κανιβαλιστικές και χαοτικές διαθέσεις, είναι χρήσιμο να ‘’ταΐζεις’’ τον κόσμο με λίγη ανθρωπιά, ειδικά αν δύσκολα την προσλαμβάνει από αλλού. Το καλό ποτέ δεν είναι περιττό.

   Όπως και να έχει, μέσα σε αυτά τα στούντιο έχει φτιαχτεί μια μικρή οικογένεια (με όλα τα καλά και τα άσχημα χαρακτηριστικά της), μέρος της οποίας γίνονται και οι θεατές. Προσωπικά, ίσως και λόγω ιδιοσυγκρασίας, νιώθω πάντα μια μικρή αμηχανία, μια μικρή δυσκολία να δεχτώ την παρουσία των γκεστ και αισθάνομαι πάντα μιαν ανακούφιση κατά της αποχώρηση των ‘’εισβολέων’’. Συνήθως όμως οι εισβολές είναι επαγγελματίες νέας γενιάς, κάποιοι λίγο τηλεοπτικοί, κάποιο πιο έμπειροι, οι πιο πολλοί με αρκετό δρόμο πίσω τους και αρκετό ακόμα μπροστά τους, αλλά όλοι με την απαραίτητη προσοχή, την καλή διάθεση και των πρέποντα σεβασμό  απέναντι στους διαγωνιζομένους. Η χτεσινή παρουσία όμως αποδείχτηκε πολύ βαριά τόσο για τα στομάχια των παιδιών που συμμετέχουν, όσο και για τον ίδιο τον τηλεθεατή (κρίνοντας πάντα από την αφεντιά μου).

   Ο κος Τραστέλης είναι ίσως ο κορυφαίος restaurateur στην Ελλάδα. Ίσως να είναι και ο μοναδικός, αν κατανοήσουμε πλήρως τι σημαίνει να δημιουργείς μια ολόκληρη τάση στον χώρο των εστιατορίων και να την βοηθάς να εξαπλωθεί. Είναι ιδιοκτήτης κάποιων από τα γνωστότερα μαγαζιά της Αθήνας, όπως η περίφημη πλέον Σπονδή και η  Hytra και διευθύνει μια εταιρεία που ‘’στήνει’’ εστιατόρια υψηλών προδιαγραφών σε ολόκληρη της Ελλάδα. Για να φτάσει κάποιος σε ένα τέτοιο επίπεδο σίγουρα έχει δουλέψει πολύ, έχει θυσιάσει πολλά, αδιαμφησβήτητα  έχει ταλέντο και μια qualité, μια μαγιά επιτυχίας. Από την άλλη χρειάζεται και αρκετή τύχη. Ίσως σε μερικές περιπτώσεις η τύχη να παίζει και κομβικό ρόλο, όπως εν προκειμένω, μιας και ο κος Τραστέλης ανήκει στην κατηγορία εκείνη των επαγγελματιών που ξεκινούν από έναν διαφορετικό κλάδο (εν προκειμένω την φαρμακευτική) και, ή κάνουν στροφή 180 μοιρών ή καταφέρνουν να παντρέψουν διαφορετικές δραστηριότητες (όπως πολύ εύστοχα τα κατάφερε και ο ίδιος , που παράλληλα με τους χώρους εστίασης, είναι ιδιοκτήτης δύο φαρμακείων).

   Προφανώς όλα αυτά τα επιτεύγματα δημιουργούν έναν ειδήμονα, τουλάχιστον στον επιχειρηματικό κόσμο και, ως ένα σημείο, και στον γαστρονομικό. Και όπως κάθε ειδήμονας, είναι άξιος σεβασμού. Πόση ανάγκη έχει όμως στ’ αλήθεια τον σεβασμό ένας επιτυχημένος επαγγελματίας; Σίγουρα τον αξίζει, σίγουρα πρέπει να τον δέχεται, αλλά ουσιαστικά δεν τον έχει καθόλου ανάγκη. Είναι αναγνωρίσιμός και αναγνωρισμένος, καταξιωμένος, οικονομικά εύρωστος, με την απαραίτητη αυτοπεποίθηση και με τον αέρα που δίνει η κορυφή. Ο σεβασμός είναι σύμφυτος με το πρόσωπό του.

   Από την άλλη, για έναν άνθρωπο που μόλις ξεκινάει, σε οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο, ο σεβασμός είναι παραπάνω από απαραίτητος. Η έλλειψη εμπειρίας, γνωριμιών και δημοσίων σχέσεων, οικονομικών πόρων, το νεαρό της ηλικίας δημιουργούν σίγουρα μιας έλλειψη σιγουριάς και μια αγωνία που όλοι έχουμε βιώσει στα πρώτα μας βήματα σε οποιαδήποτε δουλειά. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για εργαζόμενους σε ένα πολύ δύσκολο κλάδο, με εξαιρετικά μεγάλο ανταγωνισμό, σε μια εργασία κουραστική και βρώμικη και ακόμα χειρότερα, εν προκειμένω, για ανθρώπους που λειτουργούν κάτω από πολύ πιεστικές συνθήκες.

   Για να τελειώνω με όλη αυτή τη φιλολογία, για εμένα η παρουσία και η στάση του χτεσινού καλεσμένου στο παιχνίδι ήταν ένα μεγάλο φάουλ, ένα ξένο σώμα. Η στάση του κορμιού  του με το πόδι του συνεχώς φευγάτο στο πλάι, το ύφος του, η βαριεστημένη ενασχόλησή του με το στυλό του την ώρα που του απευθύνονταν κριτές και παίκτες, η διαρκής  απαξίωση, η έλλειψη ενός χαμόγελου συμπάθειας ή μερικών λόγων ενθάρρυνσης,  η αμηχανία στην οποία προσπαθούσε να φέρει ανθρώπους σαφώς πιο αδύναμους -μαζί με τους κριτές που τον αντιμετώπιζαν σαν τρομαγμένες αρσακειάδες, οι ερωτήσεις-παγίδες που δεν είχαν κανένα διδακτικό, έστω, νόημα και το μποξ κριτικής, με τη συμβολή των κριτών, που μόνο σε δηλώσεις μετανοίας δεν οδήγησε, έκαναν το κλίμα ανυπόφορο, κουραστικό και εξοργιστικό. Κι ενώ η ουσία των παρατηρήσεων  ήταν σωστή,  ο στόχος δεν ήταν η ενθάρρυνση, όπως θα έπρεπε, αλλά η απογοήτευση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το χτεσινό επεισόδιο ήταν μια παραφωνία σε σχέση με τους ηθικούς στόχους και το ύφος της εκπομπής.

   Πολλοί λένε πως κανένας δεν οφείλει σε κανέναν τίποτα. Όλα πρέπει να παλέψεις για να τα κερδίσεις. Έναν καλό λόγο, την στήριξη, τη βοήθεια, την αγάπη,  τον σεβασμό. Όλα είναι μετρήσιμα και δαπανηρά. Φτάνει πια με αυτή την νεοφιλελεύθερη λογική. Στο κάτω κάτω της γραφής, ισχυρός δεν είναι αυτός που επιβεβαιώνει την δύναμή του απαιτώντας σεβασμό, αλλά προσφέροντάς τον σε όσους δεν στέκονται ισοδύναμα δίπλα του. Η ανθρωπιά αυξάνεται όσο την μοιραζόμαστε, δεν στερεύει. Η ευγένεια και η καλοσύνη αξίζουν παραπάνω από το ταλέντο. Κανένας δεν πήγε πολύ μακριά μόνος του. Αυτά δεν είναι στην τελική όσα προσπαθεί να περάσει και η παραγωγή στο κοινό; Το παιχνίδι  παίζεται φέτος |αλλιώς.