Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Σαλαμίνα, όπως καμία άλλη

Η Σαλαμίνα είναι ένα τεράστιο άλλοθι και μια ατελείωτη αιτιολογία. Το άλλοθι μιας πόλης που άλλαξε τη γαλάζια λαδομπογιά σε καμβά με μια μεγάλη μουτζούρα σε παιδικό μπλοκ ιχνηλασίας. Η αιτιολογία προκύπτει κάθε φορά, για κάθε επισκέπτη που θέλει να την έχει στο μυαλό του σαν παινεμένη αρχόντισσα, μέσα από μια σειρά ρητορικές ερωτήσεις. Έχει θάλασσα; Μπαίνεις σε καράβι; Σου φέρνει αναγούλα η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου λαδιού στα δημόσια τηγάνια; Είναι νησί.    Ό,τι κι αν είναι βέβαια, όπως κι αν θες να την βλέπεις, η Σαλαμίνα δεν ανήκει σε όλους. Είναι κορίτσι του Πειραιά. Κορίτσι, με μια συμπονετικά καταχρηστική έννοια. Είναι η μόνιμη σπιτωμένη, που ποτέ δεν πρόκειται να γίνει κυρία με δόξα και τιμή, μια αγαπημένη ντεπόζιτο για τις συναισθηματικές ανομβρίες, μια γκόμενα καβάτζα που πρέπει πάντα να δίνει, χωρίς ποτέ να ζητάει τίποτε.     Τι θα γινόταν, άραγε, έτσι και έκανε πως την διεκδικούσε καμιά Αθήνα, στο σοβαρό και στο επίσημο, με ένα ματσάκι λουλούδια στο χέρι και έναν τίμιο λόγο για τον κηδεμόνα; Λαμπόγυαλο θα τα ΄κανε ο Πειραιάς, Μαχαίρι θα 'βγαζε σε όποιον τολμούσε να σηκώσει τα μάτια πάνω στην αιώνια σκλάβα του. Κι ας μην έχει σκοπό να την αποκαταστήσει. Κι ας την έχει μια ζωή πεταμένη στην άκρη της δεύτερης περιφέρειάς του, δεύτερη των δεύτερων, τόπος εξορίας άσημων βουλευτών και ξεχασμένων δασκάλων. Στο τέλος τέλος, η Σαλαμίνα ίσως να είναι κάτι σαν την χαμένη Ατλαντίδα. Μια Χαμένη Αιαντίδα. Όπως η Ατλαντίδα χάθηκε στα βάθη του ωκεανού, ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να κατακτήσει την Αθήνα, έτσι και η Αιαντίδα χάθηκε μετά από μια προσπάθεια να καταπιεί τον Πειραιά. Μόνο που αυτή τα κατάφερε, και αφού τον κατάπιε, αντί να καταβυθιστεί, από νησί μετατράπηκε σε μια πλέουσα στεριά. Μια στεριά που από τότε κολυμπάει πέρα δώθε, με σκοπό να συναντήσει η ίδια τα πολύβουα ποστάλια που περιμένουν ακίνητα, να ξεφορτώσουν τα έμψυχα απόνερα του επίνειου - βαριές ψυχές, πρησμένα πόδια, άκαμπτα χέρια- στην ψευδαίσθηση ενός επίγειου. Παράδεισου. Που από τότε πλέει ακούραστα, πέρα δώθε.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Η γκρι φωτιά





Η φωτιά είναι πάντα κάτι νέο, ζωντανό, σύγχρονο, από τον καιρό του Προμηθέα  έως ότου άνθρωποι και άστρα γίνουν ένα. Η φωτιά είναι αιώνια και άφοβη. Έχει διάρκεια και παλμό. Είναι το σώμα του νεαρού κοριτσιού, που διψάει για χυμούς σωμάτων, για κραυγές και βόλτες πάνω κάτω, σε όλη την παραλία, ξυπόλυτη, μέχρι το πρωί.
Το γκρι είναι γέρικο, παλιό και  αραχνιασμένο σαν τις εικόνες των μνημάτων. Το γκρι είναι πεθαμένο, στιγμιαίο και παγωμένο. Είναι το παλιό, σαν το μισογκρεμισμένο σπίτι της γιαγιάς, την χορταριασμένη μηχανή του χρόνου που φοβάσαι να βάλεις μπρος, γιατί πάντα θα πηγαίνει πίσω.

Το γκρι δεν σ' αφήνει να δεις τη φωτιά. Δεν σ' αφήνει να την καταλάβεις, να την αφουγκραστείς, να ακούσεις τα σώματα να τσιτσιρίζονται μέσα στην κόλασή της, τις κραυγές και τα ουρλιαχτά που σπεύδουν ασυγκράτητα μέσα από τα μισοπαραλυμένα σαγόνια. Την οχλοβοή από τα πόδια που δε βρίσκουν μέρος να τρέξουν, τα παρακάλια που δε βρίσκουν απόκριση, τις ψαλμωδίες στο όνομα του Κυρίου που δεν είναι παρών. Τα μουγκρητά των αλαφιασμένων ζώων που τρέμουν εξίσου και το πυρ και το ύδωρ, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα θα λέγαμε απλά. Κι αυτό που σίγουρα δε μπορείς να ακούσεις είναι οι μισοαναμμένες μηχανές των πλοίων και οι μουσικές από τα καταστρώματα και οι χαρές και τα γέλια και ο ήχος της έξαψης από το συναρπαστικό θέαμα, κάτι επιτέλους να σπάσει η πλήξη της κοσμοπολίτικης ζωής.

Όλα γκρίζα, όλα φαινομενικά παλιά, όλα ασύμβατα μεταξύ τους.
Γκρι, στην κουίντα της Ιστορίας, τραβηγμένη μέχρι πέρα, καλά καλά, μπροστά από το κόκκινο της ζωής.